Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Πολιτικό.

Πάει πολύς καιρός από τότε που έγραψα το τελευταίο πολιτικού περιεχομένου μου κείμενο. Δεν είναι ότι δεν έχω τι να πω, αλλά βλέπεις, θες λίγο οι καταιγιστικές εξελίξεις του τελευταίου χρόνου, λίγο τα ίδια τα κόμματα που δεν ξέρουν που πάνε τα 4, λίγο οι πολίτες που έχουν τρελαθεί με την όλη κατάσταση, είναι σαν να έχω σηκώσει μια άμυνα απέναντι σε όλο αυτό.

Τι μπορεί να πει κανείς αλήθεια για την πολιτική, όταν βλέπεις ότι οι έννοιες της Αριστεράς, της Δεξιάς, του Σοσιαλισμού ή οτιδήποτε άλλο έχουν καταρρεύσει πλήρως; Τι μπορεί κανείς να πει για κόμματα, όταν πλέον έχουν πέσει οι μάσκες;

Να πεις για το ΚΚΕ, που αρνείται να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Που αρνείται, ακόμη κι αν ψηφιστεί έτσι, να κυβερνήσει; Που έστω, ακόμη και τώρα, διατηρεί την ίδια βλακώδη επιμονή στα ίδια παντελώς άκαιρα ζητήματα;

Να πεις τι, για την Χρυσή Αυγή, που κάποιοι της έδωσαν το θάρρος με την ψήφο τους και αυτοί το εξέλαβαν ως θράσσος; Τι μπορεί να πει κανείς για την Χρυσή Αυγή αλήθεια, πέρα από το να σταθεί αμήχανος και ντροπιασμένος μπροστά στην είσοδό της -έστω και για μια μέρα- στην Βουλή; Είναι από τις φορές που, όσες λέξεις κι αν γράψεις, δεν μπορείς να περιγράψεις το συναίσθημα.

Να μιλήσει κανείς για ποιον, για τον Τσίπρα; Που κάποτε φαινόταν ως η μόνη αξιόπιστη φωνή -προσέξτε, φωνή, όχι λύση- και πλέον, με τις δικές του αριστερόστροφες εμμονές και την ημιμάθεια που τον διακατέχει, θέλει να... "επανιδρύσει την μεγάλη δημοκρατική παράταξη" (;;; Γουάταφακ ρε παιδιά;;;), να κάνει το νέο ΠΑΣΟΚ αλά νέος Ανδρέας Παπανδρέου;

Να μιλήσει κανείς για ποιον, για το ΠΑΚΙΣΟΚ; Που πραγματικά απορώ ποιοι είναι αυτοί που το ψηφίζουν, εκτός από τους Πακιστανούς, βεβαίως βεβαίως; Το πρόβλημα με το ΠΑΚΙΣΟΚ δεν είναι ότι πλέον δεν λέει την αλήθεια στον λαό. Εγώ προσωπικά, αν απομονώσω τις κουβέντες του Βενιζέλου, μπορώ να πω ότι πιστεύω πολλές από αυτές. Το πρόβλημα είναι στο πρόσωπο που τις λέει, στο "ένδοξο" παρελθόν του, όπως φυσικά και στις τρομακτικές πρακτικές του κόμματος.

Να μιλήσεις για την γαλάζια πολυκατοικία ΝΔ-Ντόρα-ΛΑΟΣ; Τι να πεις για αυτούς που την απαρτίζουν, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι οι αλλαξωκωλιές, του όπου μας συμφέρει πάμε, άσχετα με το τι λέγαμε όχι πριν χρόνια, αλλά πριν μήνες;

Να μιλήσεις για τον Καμμένο που φαίνεται ότι λαϊκίζει αβίαστα, χωρίς καν να βουτάει την γλώσσα του στο μυαλό του πριν μιλήσει; Για ποιον; Για τους Οικολόγους; Για την Δημιουργία Ξανά που, ακόμη δεν έκλεισε χρόνο ως κόμμα (με πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις, ομολογώ), πρόλαβε ήδη να κάνει κωλοτούμπα; Ή μήπως για την ΔημΑρ, που φάνηκε τελικά ποιος ήταν ο σκοπός του;

Λίγες μέρες πριν αναρωτιόμουν τι θα ψήφιζα. Ταξίδεψα λοιπόν ως την Θεσσαλονίκη και ψήφισα. Και ένιωσα πολύ μεγάλος μαλάκας, όταν κατάλαβα ότι ψήφισα κόμμα που τελικά δεν μπήκε στην βουλή, όταν κατάλαβα ότι έριξα την ψήφο μου στο Α κόμμα και ο εκλογικός νόμος την πήγε στον Σαμαρά. Και από πάνω να έχω και τον κάθε ανίδεο, ανιστόρητο και ημιμαθή να με αμφισβητεί όταν έλεγα ότι "Λευκό-Άκυρο-Αποχή-Ψήφος σε κόμμα εκτός βουλής" ευνοεί τον πρώτο, αμφισβητώντας τα απλά μαθηματικά.

Πάντως, από ό,τι φάνηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών, μάλλον δεν ήμουν ο μόνος ψηφοφόρος που ήμουν σε σύγχυση. Το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε επιτέλους κάποια πράγματα, αν και δεν το κόβω να κρατάνε μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αδικήσω κανέναν που ψήφισε, πρώτον και κύριον γιατί τραβήχτηκε ως την κάλπη και το έριξε. Και στεναχωριέμαι πάρα πολύ που, για οικονομικούς λόγους δεν θα μπορέσω μάλλον να ψηφίσω στις 17 Ιουνίου.

Όλοι οι υπόλοιποι, μην ξεχνάτε:

Αν το Λευκό, το Άκυρο και η Αποχή άλλαζαν κάτι, θα ήταν παράνομα. (Και μην ακούσω ότι η Αποχή είναι όντως παράνομη, γιατί δεν νοείται παρανομία χωρίς να έχει κυρώσεις, όπως συμβαίνει με την αποχή).


Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Γιαγιά.

Ένα από τα πράγματα που έχω να θυμάμαι τόσο από την παιδική, όσο και από την εφηβική μου ηλικία, είναι το σπίτι της γιαγιάς μου στο χωριό. Ένα σπίτι που, με την άφιξη μας, έμοιαζε το καλύτερο τουριστικό θέρετρο για ένα παιδί: Η γιαγιά που μας περίμενε, είχε ήδη φροντίσει να φτιάξει τα χωριάτικα καλούδια της (αυτό σημαίνει αμέτρητες πίτες και πιτάκια με διάφορες γεμίσεις, πίτσα, σαρμαδάκια, και κάθε λογής λιχουδιές). Το σπίτι λαμποκοπούσε, τα κρεβάτια μας μας περίμεναν, έτοιμα στρωμένα, όλα ήταν στην εντέλεια.

Η ίδια η γιαγιά, εκείνες τις μέρες που ήμασταν στο χωριό, έπαιρνε το ρόλο της πολύ πολύ σοβαρά. Ήθελε να είναι πάντα στην υπηρεσία μας, να μην μας λείψει τίποτα, το μόνο που ζητούσε ήταν να της κάνουμε τα ψώνια. Σε κάθε μας βήμα, από την στιγμή που θα ξυπνούσαμε μέχρι την στιγμή που θα πέφταμε πάλι για ύπνο, η γιαγιά ήταν από πίσω μας (ορισμένες φορές και κυριολεκτικά) να "διορθώνει" ό,τι εμείς "χαλούσαμε". Και ακόμη κι αν καμιά φορά εμείς τα εγγόνια την προφταίναμε από το να στρώσει το κρεβάτι μας ή να πλύνει τα πιάτα, πάντα την θυμάμαι να μην μας αφήνει μεν, αλλά να γκρινιάζει δε. Μάλλον στα μάτια της, έπρεπε να μας μαλώσει για να μάθουμε να είμαστε καθαροί και συμμαζεμένοι, αλλά όχι εκείνη την στιγμή. Εκείνη την στιγμή, στο δικό της το σπίτι, θα τα έκανε όλα αυτή, με τον τρόπο που αυτή ήξερε και την βόλευε, και ας μην ήταν πάντα ο πιο πρακτικός τρόπος.

Μπορεί να πήγαινε κούτσα-κούτσα όλη μέρα, αλλά πήγαινε, κώλο δεν έβαζε κάτω. Όταν το βράδυ επέστρεφα από τις εξόδους μου, 3 ή 4 η ώρα, με το που έκλεινα την πόρτα πάντα ήξερα ότι θα ακούσω την ερώτηση της "Sourotiri γύρισες;", και ενώ ήξερα ότι εκείνη την στιγμή δεν φοράει ακουστικό και δεν μπορεί να με ακούσει, απαντούσα καταφατικά και εμφανιζόμουν στην πόρτα του δωματίου της για να δει το περίγραμμα μου και να ηρεμήσει. Μετά έσβηνα το φως του χωλ (που μάλλον αυτή ήταν η λειτουργία του, να μπορεί να δει το περίγραμμα μου μες στη νύχτα, δεν εξηγείται αλλιώς να καίει όλη νύχτα το φως!!!), και ετοιμαζόμουν για ύπνο.

Η γιαγιά ήταν πάντα πνεύμα ανεξάρτητο. Δεν ήθελε να χαλάσει την ρουτίνα της για κανέναν λόγο, και ας ήξερε ότι από ένα σημείο και μετά δεν την βαστάνε τα πόδια της. Απλά θα τα έκανε όλα πιο αργά. Και ας της έλεγαν όλοι, παιδιά και εγγόνια, ότι δεν χρειάζεται να έχει 5 μπρίκια διαφορετικού στυλ και μεγεθών, ότι δεν χρειάζεται να κρατάει παμπάλαιες κατσαρόλες και τηγάνια, ότι έχει πάρα πολλά πιάτα και πιατάκια και φλυτζανάκια, ότι όλα αυτά έπιαναν πολύ χώρο και την κούραζαν. Αυτή εκεί, αγύριστο κεφάλι, ήθελε να έχει την καβάτζα της μην τυχόν και χαλάσει το τάδε σκεύος και ξεμείνει. Και όσο για τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα, νομίζω ότι πάντα μέσα της είχε την κρυφή ελπίδα, στο επόμενο Πάσχα να μαζευτούμε όλοι, παιδιά, γαμπροί, νύφες και εγγόνια στο σπίτι της, 25-30 άτομα συναπάντημα, όπως παλιά.

Για όλους αυτούς τους λόγους, μπορώ να πω πως η τελευταία μου επίσκεψη, μέσα στο Πάσχα, με πόνεσε. Εκεί είδα για πρώτη φορά (ή μάλλον συνειδητοποίησα;) το σπίτι της γιαγιάς να παραπαίει. Εκτός των λιχουδιών που είχε έτοιμες, δεν συνέβαινε τίποτα από όσα γίνονταν παλιά. Η γιαγιά δεν έφερνε καμία αντίσταση στο να πλύνουμε τα πιάτα, να στρώσουμε το κρεβάτι ή να συμμαζέψουμε. Γυρίσαμε το βράδυ από την έξοδο μας και το πρωί μας είπε ότι δεν κατάλαβε πότε ήρθαμε. Για πρώτη φορά είδα ιστούς από αράχνες σε γωνίες, για πρώτη φορά το σπίτι δεν μοσχοβολούσε. Και δεν είναι φυσικά ότι με πείραξε το ότι τα κάναμε όλα εμείς, εξάλλου εδώ και χρόνια την παρακαλούσαμε να μας αφήσει να τα κάνουμε για να την ξεκουράσουμε.

Είναι ότι, εφόσον και η ίδια έδειχνε παραιτημένη από το να τα κάνει όλα αυτά, μάλλον καταλαβαίνει καλά ότι γέρασε. Και πίστεψε με, για να έχει πιστέψει αυτή η γιαγιά ότι γέρασε και να το δείχνει ΚΑΙ με την γλώσσα του σώματος, πάει να πει ότι γέρασε και μάλιστα πολύ.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Η κακομοίρα η κότα, αβγό δεν κάνει.

Η κακομοιριά είναι ένα στοιχείο δεν εκτιμάω στους ανθρώπους που είναι γύρω μου. Βέβαια, δεν εκτιμάω ιδιαίτερα και την υπερβολική περηφάνια, για την οποία θεωρώ ότι μπορεί να σε οδηγήσει σε παράλογες επιλογές. Αλλά η κακομοιριά είναι κάτι που δεν μπορώ να το αντέξω ρε παιδάκι μου.

Μπορείς να είσαι για πολλούς λόγους κακομοίρης. Ο πιο πρόσφατος που παρουσιάστηκε μπροστά μου ήταν -μέσες άκρες, για να μην το αναλύσω και πολύ, δεν είναι αυτό το θέμα μας- η απουσία κάποιας σοβαρής σχέσης από την ζωή κάποιου. Όχι, δεν μιλάω για την αγαμία, για την οποία πιστεύω ότι πρόκειται για ψυχολογικό τραύμα, αλλά για την κακομοιριά.

Μπορείς λοιπόν να ρίξεις την ευθύνη για το "κακό" που σου συμβαίνει σε πάρα πολλούς λόγους. Θα μπορούσες να πεις πως θεωρείς ότι είσαι ένα μπάζο και μισό (στο ανεβασμένο επίπεδο κακομοιριάς αυτό το κάνεις δημοσίως, για να ακούσεις τους υπόλοιπους να σου λένε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα), θα μπορούσες να πεις ότι έχεις τον μαλακομαγνήτη (αυτή η εφεύρεση παρεμπιπτόντως, τι ωραίο άλλοθι που έχει δώσει σε ένα σωρό ανθρώπους), ή θα μπορούσες να πεις ότι όλοι του αντίθετου φύλου είναι μαλάκες/πουτάνες.

Θα μπορούσες όμως να αναγνωρίσεις και ίσως το μόνο που είναι αλήθεια, ότι δηλαδή έχεις μπλέξει σε έναν φαύλο κύκλο που το αίτιο και το αποτέλεσμα είναι όπως το αβγό και η κότα: Είσαι όντως μπάζο και δεν έχεις γκόμενο ή δεν έχεις γκόμενο επειδή έχεις χαμηλή αυτοεκτίμηση (και αυτό βγαίνει);

Τείνω να πιστέψω ότι στο 95% των περιπτώσεων συμβαίνει το τελευταίο. Και πριν βιαστείς να μου πεις ότι ανήκεις στην σκοτεινή εξαίρεση του 5%, να σου πω πως σε αυτό το ποσοστό δικαιολογώ αρκετά ξεχωριστές περιπτώσεις.

Και πριν βιαστείς να πεις ότι λέω μαλακίες, να σου πω ότι έχω βρεθεί στην θέση σου, έχοντας στο κεφάλι πολλά περισσότερα προβλήματα, εκτός της χαμηλής αυτοεκτίμησης. Σήμερα λοιπόν που κάθομαι και κοιτάω προς τα πίσω εκείνη την εποχή, δεν δικαιολογώ στον εαυτό μου αυτό το 5%, ξέρω ότι ήταν θέμα αυτοεκτίμησης.

Είναι τοσο απλό. Δεν έχει σημασία αν η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα. Απλά παίρνεις το γαμημένο το αβγό και το τρως.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Περιμένοντας έξω από μια Εθνική Τράπεζα

Τελικά έχει τρελό ενδιαφέρον να παρατηρείς μια μάζα ανθρώπων που δεν έχουν κανένα κοινό μεταξύ τους. Σήμερα λοιπόν, περίμενα έξω από μια Εθνική Τράπεζα για αρκετούτσικη ώρα. Από ό,τι έμαθα, σήμερα πληρώνονταν τα δώρα του Πάσχα στους συνταξιούχους του Δημοσίου και σε συνδυασμό με τις κωλοπόρτες που έχουν οι τράπεζες, που πρέπει να πατάς το κουμπί, να μπαίνεις μέσα, να κλείνει η πόρτα, να πατάς το άλλο κουμπί και μετά να ανοίγεις την δεύτερη πόρτα (πανέξυπνος ο designer), οι ουρές των ανθρώπων που περίμεναν ΕΞΩ από την τράπεζα ήταν εντυπωσιακές.

Τι είδα λοιπόν;

Είδα τον λεφτά επιχειρηματία και το wannabe κακέκτυπο του. Την διαφορά τους την καταλαβαίνεις εύκολα. Ο wannabe λεφτάς θα έχει την εμφάνιση του λεφτά, με το κοστούμι, το γυαλισμένο παπούτσι, το γαμάτο γυαλί ηλίου. Αλλά μπαίνοντας στην τράπεζα, θα τον ακούσεις να μιλάει δυνατόφωνα στο κινητό του για "40-50 ψωροχιλιάρικα που πάει να στείλει στους μαλάκες τους προμηθευτές του". Θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να σε πείσει ότι είναι λεφτάς. Ο πραγματικός λεφτάς από την άλλη, θα μπει στην τράπεζα ήρεμα και ωραία, θα πάει κατευθείαν στον διευθυντή του καταστήματος και θα κάνει την δουλειά του αθόρυβα :)

Είδα ανθρώπους που περίμεναν κάποια χρήματα και τελικά δεν τα είδαν ποτέ, να παίρνουν την απόδειξη με τις τελευταίες κινήσεις του λογαριασμού τους από το ΑΤΜ, να την κοιτάνε, να απογοητεύονται και αμέσως να σηκώνουν το κινητό τους: "Καλά ρε μαλάκα, δεν τα έβαλες ούτε σήμερα τα λεφτά; Τι αύριο ρε πούστη, εδώ και 2 βδομάδες αύριο μου λες". It sucks.

Είδα γύφτους να προσπαθούν να πάρουν την σειρά ανθρώπων που περίμεναν υπομονετικά (και όχι, στην προσπάθεια κάποιου επίδοξου να με πει ρατσιστή, θα πω ότι εγώ σήμερα μόνο γύφτους είδα να προσπαθούν να κλέψουν σειρά, τι να κάνω, να αλλοιώσω αυτά που είδα;), και άλλους παραπέρα, να κοιτάνε αρκετά ύποπτα τις τσάντες των κυριών που περίμεναν...

Είδα συνταξιούχους να περιμένουν με το βιβλιάριο στο χέρι για να πάνε να πάρουν την σύνταξή τους.

Ώπα.

Αλήθεια, οι συνταξιούχοι γιατί δεν βγάζουν μια γαμημένη κάρτα ανάληψης για το ΑΤΜ; Αυτό ακριβώς αναρωτήθηκα και στο Twitter, και πήρα 2 επιχειρήματα που προσπαθούσαν να το εξηγήσουν...

Το πρώτο ήταν ότι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν τα πάνε καλά με την τεχνολογία και γουστάρουν τον παραδοσιακό τρόπο.

Για ένα λεπτό ρε παιδιά. Ποιος σκατά νοήμων άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει το ΑΤΜ... "τεχνολογία";;; Είναι τόσο καινούργια εφεύρεση τα ΑΤΜ; Το πρώτο ΑΤΜ στην Ελλάδα μπήκε το 1981 στην Αθήνα, άντε να πω ότι μπήκε το 1985 στην Θεσσαλονίκη, άντε ότι μπήκε το 1990 στις πρωτεύουσες των νομών της επαρχίας. Μιλάμε για 20 ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ...!!! Και αν δεν μιλάμε για 20 χρόνια, μιλάμε για 15 σίγουρα! Δηλαδή, ο σημερινός συνταξιούχος των 65 ετών, όταν ήταν 45-50, θέλετε να μου πείτε ότι δεν μπορούσε να μάθει να πατάει 2 κουμπάκια για να βγάζει λεφτά; Να το δεχτώ για τους μεγαλύτερους ανθρώπους, αλλά όχι για τους 65άρηδες που βλέπω...

Το δεύτερο ήταν ότι δεν εμπιστεύονται τα ΑΤΜ και για αυτό δεν γουστάρουν να μάθουν πως λειτουργούν.

Ναι, γιατί στα 30 χρόνια που δουλεύουν τα ΑΤΜ είναι καθημερινά τα κρούσματα που σου κλέβει το μηχάνημα λεφτά. Εμένα ας πούμε, αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου με έχουν κλέψει ίσα με... μηδέν φορές...

Όχι τίποτα, αλλά απασχολούν και τους υπαλλήλους κατά κύματα, λες και κάνουν κατάληψη στην γαμωτράπεζα. Λες και πρέπει, όταν παίρνουν την σύνταξή τους, να μην μπορεί κανένας άλλος να κάνει την δουλειά του. Ακόμη και η άλλη μαλακία που κάνουν, να παίρνουν μεν λεφτά από το ΑΤΜ αλλά να πηγαίνουν μέσα για ενημέρωση βιβλιαρίου, κέρδος είναι. Φαντάσου ότι έτσι γλιτώνεις 30 δευτερόλεπτα από κάθε συνταξιούχο, στους 1000 συνταξιούχους κέρδισες περίπου 10 εργατοώρες (το υπολόγισα λέμε), που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν με χίλιους δυο τρόπους.

Δεν λέω να πάρουν κωδικούς e-banking και να τσεκάρουν από τον υπολογιστή του εγγονού τους αν μπήκε η σύνταξη και μετά να ψωνίζουν από το eBay κινέζικο iPhone, αλλά ένα ΑΤΜ, πολλοί από αυτούς, μπορούν να το χρησιμοποιήσουν.

Άει σιχτιρ, συγχύστηκα.

Δεν περιγράφω άλλο.

Και αύριο στην Εθνική θα είμαι :Ρ

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Μείωση στους εισακτέους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: Αμήν και πότε;

Με αφορμή την είδηση περί πρότασης των Πρυτάνεων για μείωση 50% των εισακτέων στα πανεπιστήμια από φέτος, άφησα το παρακάτω σχόλιο στο forum του iSchool, το οποίο και αναδημοσιεύω εδώ:

Πριν πολλά πολλά χρόνια, η Ελλάδα ήταν μια χώρα που το κύριο μέρος του πληθυσμού της ζούσε σε αγροτικές περιοχές. Άρα, ως εκ τούτου, απασχολούνταν και στον αγροτικό τομέα παραγωγής, τομέα στον οποίο η Ελλάδα έχει αντικειμενικά μεγάλο πλεονέκτημα. Θέλω να πω, ούτε αυτοκίνητα παράγουμε ως χώρα, ούτε ανθρώπους στο φεγγάρι στέλνουμε, ούτε υπολογιστές φτιάχνουμε. Η μεγάλη μας δύναμη (θα έπρεπε να) είναι το ποιοτικό αγροτικό προϊόν. Και όντως, μέχρι ένα σημείο, έτσι ήταν, δεδομένων πάντα των ειδικών συνθηκών που βίωνε η χώρα (κατοχές, χούντες, πόλεμοι, κτλ).

Το πρόβλημα άρχισε να διαφαίνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Το φαινόμενο της αστυφιλίας άρχισε να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, η επαρχία άρχισε να ερημώνει, μιας και οι τότε 20-30άρηδες (η γενιά των γονέων μας είναι αυτή, για να μην ξεχνιόμαστε) άφηναν το χωριό όχι για να φύγουν μετανάστες (όπως έκαναν οι δικοί τους γονείς) αλλά για να πάνε στις μεγάλες ελληνικές πόλεις. Αυτή η διάβρωση της σύνθεσης του ελληνικού πληθυσμού ήταν καθοριστικής σημασίας για το μέλλον της χώρας. Βλέπεις, οι άνθρωποι που μετακόμισαν από τα χωριά στις πόλεις δεν θα ασχολούνταν πλέον με τον αγροτικό τομέα παραγωγής, αλλά με τον δευτερογενή τομέα παραγωγής, που περιλαμβάνει την μεταποίηση των πρώτων υλών και τις υπηρεσίες.

Η ελληνική επαρχία ξεκίνησε να πέφτει κατακόρυφα. Το πρόβλημα βέβαια εντείνοταν ακόμη περισσότερο από την αδιάκριτη παροχή των ευρωπαϊκών κονδυλίων στους αγρότες που, αντί να μετατραπούν σε βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας, μετατράπηκαν σε γλέντια στα μπουζούκια, αυτοκίνητα, κτλ. Αυτό φυσικά συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

Η λύση για να τονωθεί η ελληνική επαρχία θεωρήθηκε τότε πως ήταν η ίδρυση τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιφέρεια. Ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλωστε, ήξερε καλά το παιχνίδι χειραγώγησης της μάζας. Έτσι, επινόησε αυτόν τον τρόπο ώστε υπάρχει μια μετάγγιση του αστικού πληθυσμού προς την περιφέρεια. Ιδρύθηκαν εκατοντάδες τμήματα. Όντως, η περιφέρεια τονώθηκε και μάλιστα σημαντικά. Αυτό που δεν είχαμε καταλάβει βέβαια, ήταν ότι τότε ξεκίνησε η παραγωγή χιλιάδων πτυχιούχων που σε λίγα χρόνια δεν θα ξέραμε τι να τους κάνουμε.

Ταυτόχρονα, οι τωρινοί γονείς μας (αυτοί που στις αρχές της δεκαετίας του '80 μετακόμισαν από τα χωριά στις πόλεις), στην πλειοψηφία τους χωρίς κάποια ιδιαίτερη μόρφωση, ξεκίνησαν να πιέζουν την δική μας γενιά να "πάρει ένα χαρτί", μην τυχόν και "γίνει ξύλο απελέκητο, σαν εμάς". Η ίδρυση τόσων πολλών τμημάτων πανεπιστημίων και ΤΕΙ το ευνοούσε άλλωστε αυτό. Συν τοις άλλοις, οι γονείς μας, έβλεπαν πως όποιος ήταν μορφωμένος από την δική τους γενιά, είχε εξασφαλισμένη μια ζωή με χρυσά κουτάλια. Η ανάγκη για πανεπιστημιακή μόρφωση (ή τουλάχιστον η ψευδαίσθησή της) έγινε μεγαλύτερη από ποτέ. Ο ανταγωνισμός φυσικά μεταξύ των υποψηφίων ήταν τεράστιος, και τότε άρχισε να γιγαντώνεται και ο θεσμός του φροντιστηρίου. Ο οποίος, δεν είχε κανένα πρόβλημα όσον αφορά την στελέχωση του, μιας και όλοι οι πτυχιούχοι των καθηγητικών σχολών που δεν χωρούσαν στο δημόσιο, έβρισκαν ασφαλές καταφύγιο στα φροντιστήρια (αυτός παρεμπιπτόντως είναι ο λόγος που κατά την γνώμη μου δεν χτυπάται η παραπαιδεία στην Ελλάδα).

Όλοι ήταν ικανοποιημένοι: Οι γονείς, έβλεπαν τα παιδιά τους να σπουδάζουν και να μην γίνονται "ξύλα απελέκητα". Η περιφέρεια, που έβλεπε τον πληθυσμό της να αυξάνεται με την έλευση των φοιτητών (και άρα έχοντας οικονομικά οφέλη από αυτό). Οι ίδιοι οι μαθητές, που, αφού τους είχαν πιπιλίσει το μυαλό με την αξία της πανεπιστημιακής μόρφωσης, νόμιζαν ότι κάτι κάνουν. Οι πτυχιούχοι των καθηγητικών σχολών, που δούλευαν στα φροντιστήρια, μιας και δεν χωρούσαν στο δημόσιο. Και πάνω από όλους αυτούς φυσικά, η κυβέρνηση που, όποτε προέκυπτε ένα ζήτημα με την περιφέρεια, τους πετούσε ένα ΤΕΙ της πούτσας και τους βούλωνε τα στόματα.

Το μεγάλο όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Βλέπεις, τα παιδιά που αποφοίτησαν από τα πανεπιστήμια στα τέλη της δεκαετίας του 1990 - αρχές του 2000 βρήκαν εύκολα μια δουλειά, ανελίχθηκαν γρήγορα στην ιεραρχία, έγιναν εν τέλει διευθυντές και πρόεδροι. Και όσο οι υπόλοιποι το έβλεπαν αυτό, τόσο ήθελαν να γίνουν και αυτοί το ίδιο πράγμα.

Κάποια στιγμή όμως, συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε τόσο κόσμο που δουλεύει στον δευτερογενή τομέα παραγωγής, και τόσο λίγο κόσμο που δουλεύει στον πρωτογενή τομέα παραγωγής, που ναι μεν δουλεύαμε στα γραφεία και ήμασταν όλοι διευθυντές, αλλά τρώγαμε πορτοκάλια Αργεντινής, σκόρδα Κίνας και ντομάτες Ισπανίας. Γιατί, καλή είναι η υπηρεσία που προσφέρεις, αλλά όταν ως χώρα δεν παράγεις αυτά που καταναλώνεις, όταν δεν εξάγεις και εισάγεις τα βασικά αγαθά για την επιβίωση σου, όταν δεν έχεις πολλούς τεχνίτες και έχεις πολλούς επιστήμονες, υπάρχει ΠΡΟΒΛΗΜΑ. Γιατί αν το καλοσκεφτείτε, τι είναι η οικονομία; Είναι έσοδα και έξοδα. Είναι παραγωγή και κατανάλωση. Είναι εξαγωγές και εισαγωγές. Είναι κέρδος και ζημιά. Όλα αυτά, είναι οι διαφορετικές όψεις ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ.

Μείναμε λοιπόν σήμερα, ή μάλλον όχι σήμερα, θα μιλήσω για 5 χρόνια πριν, που δεν είχαμε όλες αυτές τις έκτακτες συνθήκες, να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με επιστημονικό τρόπο πολλά ζητήματα, και να μην μπορούμε να βρούμε εργάτες να υλοποιήσουν όλα όσα εμείς ξέραμε. Ξέραμε ως άτομα ειδικά ζητήματα πληροφορικής και δεν βρίσκαμε υδραυλικό να μας φτιάξει την βρύση. Κάναμε διδακτορικά στα μαθηματικά και τρώγαμε ντομάτες Πορτογαλίας.

Αλλά ήμασταν ευχαριστημένοι, έτσι;

Στην 7χρονη καθηγητική μου πορεία είδα πολλούς μαθητές (και τους αντίστοιχους γονείς φυσικά) να *δηλώνουν* ότι θέλουν να σπουδάσουν. Σε ορισμένους από αυτούς ήταν εμφανές ότι το παιδί είτε δεν ήθελε, ή δεν μπορούσε να σπουδάσει. Η θέση όμως στο πανεπιστήμιο ή το ΤΕΙ υπήρχε. Και αφού υπήρχε, "έπρεπε" να καλυφθεί. Πέρασαν παιδιά από τα χέρια μου που, σαν παπαγαλάκια μου έλεγαν "εγώ κύριε θέλω να σπουδάσω" και δεν ήθελαν να διαβάσουν ούτε μια λέξη. Η δήλωση επιθυμίας για σπουδές όμως, ήταν πάντα εκεί, μην τυχόν και απογοητεύσουν τους γονείς τους που θα έβγαζαν στην κοινωνία ένα αμόρφωτο παιδί, μην τυχόν και ξεχωρίσουν από τους συμμαθητές τους που θα γίνονταν όλοι μεγάλοι και τρανοί -my ass. Εννοείται ότι όλα αυτά συνέβαιναν στα φροντιστήρια, αφού όλοι πάνε, γιατί όχι εγώ, γιατί όχι το παιδί μου, τι είμαστε εμείς, κατώτεροι;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο καπιταλισμός έχει έναν τρόπο να επαναφέρει στην ισορροπία τους κάποια πράγματα. Το κακό είναι ότι το κάνει με βίαιο τρόπο και απάνθρωπο. Εφόσον ως χώρα δεν μπορέσαμε να "καταναλώσουμε" τους πτυχιούχους που "παράγαμε", και εφόσον δεν είμαστε σε θέση να αυξήσουμε την "κατανάλωση", θα πρέπει να μειώσουμε την "παραγωγή". Απλά μαθηματικά. Και όσοι δεν μπουν στα πανεπιστήμια;

Αυτοί θα την βρουν την άκρη, να είστε σίγουροι για αυτό. Κάποτε θα'ρθει η στιγμή που θα βρίσκουμε άμεσα υδραυλικό για την χαλασμένη μας βρύση, για να πλύνουμε την ελληνική ντομάτα μας.